Σιέστα

 

Η ουρά απλώνεται ώς τα πέρατα του ορίζοντα

σα γραμμή από μπαρούτι σε ναρκωμένο σαμποτάζ

Μπρος στη Προκρούστεια Κλίνη

Άλλοι σκυφτοί κι άλλοι στων ποδιών τις μύτες

Χαϊδεύουν στερνά τη μονάκριβη τους υπερβολή

Στο τσεκούρι του ίσου

και τη κλωστή του δίκιου

Υπήρξαν κάποιοι  που γέννησαν σπινθήρα

Κι έσβησαν σε σάλιο γνωστικών

Ροδόχροο σπέρμα εκείνων των τρελών

Που έστρεψαν τίς κάννες τους σε λαίμαργους φακούς

Και χαμογέλασαν στων δημίων μπρος τις κάννες.

Τρύπες αμέτρητες κοσμούν το κόκκινο πια ρούχο

κάποτε λευκό σπάργανο π’αρνήθηκε το γύψο

Κι όλοι γνωρίζουν, κι όλοι σωπαίνουν, όλοι θυμούνται πώς,

η πρώτη,η πιο βαθιά,η πιο μοβόρα,πως

ήταν μιας πένας λογχιγμός

που κάρφωσε,έστριψε κι έβαψε τραβώντας

μαύρων ταύρων μενόμενα κοπάδια

και κρύφτηκε στων κεράτων τις ζημιές.

Σώπασα κι εγώ, πλέον καθαρά ακούω

Του μπροστινού μου τις κραυγές,  που έλαχε κοντός

Ψηλά, βαθιά, γαλάζια απουσία

Μπρος ,μέτρο.Μέτρο ψυχρό κι απηνές

Και πίσω, μια ελπίδα,  το τέρμα της ουράς

Γραμμή από μπαρούτι σ’ επείγον σαμποτάζ

Να μην είναι σαν εμένα.

 

Και τα παπούτσια σας κύριε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s