Το νανούρισμα του νευτώνιου λίκνου

”Μη το πεις πουθενά”

ψιθύρισε
και κρέμασε απαλά
ακόμη μιά
στη κατάφορτη από πέτρες ζώνη μου,
εύκολα να καταρριχόμαι
προς του πριν το τοίχο.

μετέωρος για χρόνους στα μισά
απλώνοντας,στο κοινό παρόν,το χέρι
κι όλοι, από μια πέτρα να κρεμούν
όμορφα να σκαρφαλώνουν.

το μαχαίρι στα χείλη στομώνει
μ’ένα χέρι δε βαστώ
έστω η ζώνη να λυθεί
κι ας αβράκωτος κινήσω
-πονάω ρε
κόψτε μου τα σχοινιά
να μη σώσω και κοπώ
και σας αδειάσω μονομιάς-

Ξάφνου είδα όνειρο
πώς φώναξα
κι έχασα απ’τα χείλη το μαχαίρι
κι είδα όνειρο
πως γδύθηκα
και λίγο πιο ψηλά, λιθοβολήθηκα
είδα όνειρο πώς αφέθηκα
κι έπεσα,
αμόλυντος,αθάνατος
κι αβαρής με σώριασα
Σ’όσων λυτρωτικά τις πέτρες,
Τους,

απόθεσαν, τα κόκαλα
στη σιγουριά της μήτρας.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s