Θέλω να

Θέλω Φωτιά να γενώ
να’ρθω και να σ’αρπάξω
στον αέρα να σε πετάξω
και να κάψω ό,τι βρω

Θέλω Γη να γενώ
δέντρα κι άνθη να σου χαρίζω
κι έπειτα να σε δροσίζω
στη σκιά που θ’απλωθώ΄

Θέλω Αέρας να γενώ
στα μαλλιά σου να μπλεχτώ
την πνοή να σου φυσάω
να σε σώζω απ’το πνιγμό

Θέλω Νερό να γενώ
στο κορμί σου να κυλήσω
και τη κάψα να σου σβήσω
που χυμάει στο πυρετό

Θέλω Καρδιά να γενώ
στο στήθος σου να χτυπάω
και στη σκέψη να βροντάω
της ψυχής σου το παλμό

 

Θέλω να γίνω Κάπταιν Πλάνετ.

Advertisements

ΧίΜαιρα (κι ένα χάρτινο καραβάκι)

Σεπτέμβρης και στροβιλίζομαι σε φύλλα ριγμένα,
κι εσύ να γελάς
Οκτώβρης κι άτσαλα, πάλι, ξοδευω το αίμα,

κι εσύ να γελάς

Χειμώνας αιώνας
σε τάφους σβηστούς
και σκοτάδι πηχτό.
Χειμώνας αιώνας
σε βράχους ζεστούς
με μπαούλο ανοιχτό,

κι εσύ να μιλάς

Αστέρι βουτάει,
αρπάζει κερνάει
των θέλω η σιωπή,

κι εσύ να μετράς.

Σάββατο βράδυ τις δυο πολυθρόνες κρασί λεκιάζει
κι εσύ να μεθάς.
Κυριακή ξημέρωμα νεκρό Λούνα Πάρκ,τρυπάει τ’αγιάζι
κι εσύ ν’ακουμπάς.

Χειμώνας αιώνας
τα χείλη φρυγμένα
διψούν επαφή.
Χειμώνας αιώνας
στου ήθους το τζάμι
φιλούν το γυαλί

κι εσύ να ρώτας.

Φθινόπωρο πάλι δυο χρόνια περάσαν σ’ερήμου σιγή
γκροτέσκα είδωλα γελούν στο μπουκάλι και πιάνει βροχή

κι εγώ πεθυμώ

Μπόρα ξεσπάει
αστράφτει βροντάει
των θέλω η κραυγή

Δυο μέρες ακόμα, το τζάμι θολώνει και σπάει και κόβει
τα χρόνια,τα χρόνια, σε χίλια κομμάτια να ντύσουν στιγμή
σε μια πολυθρόνα το αίμα λεκιάζει
σε φύλλα ριγμένα μια νάρκη κουρνιάζει
Δυο μέρες ακόμα, τα χνάρια στη λάσπη, σφαγμένη γραμμή.

Κι εσύ χαιρετάς.

Στην Άρση του 28ου βηματισμού.

Σε χάρτινο σωρό,από λίστες ληστών
και αριθμητικές απεικονίσεις
νοτισμένα απ’το πάτο του ποτηριού
σχηματίζουν χειροπέδες.
Έχουμε το μολύβι μας μυτερό
για κάθε ενδεχόμενο
στο θρύλημα του παράσιτου
που έζησε στης μάνας το κεφάλι
και τραβήχτηκε απ’το κάθε εραστή
και κρεμάστηκε
πάνω από χαρτονομίσματα και χάπια
όταν έσκυβε κι έκλαιγε,με τα πόδια ενωμένα
Μη κλαις,μάνα
Εδώ θα μείνω,στο αχτένιστο σου κεφάλι
κι ας είναι καλύτερη η ζωή
στα δάση του βιαστή
Να μ’αγαπάς κι ας μη με ξέρεις
Να τ’αγαπάς κι ας μη σου μοιάζουν
όλα σου τα παιδιά
κι ας μη ταιριάζουν
στο γαλάζιο σου χιτώνα
θα βρουν το δρόμο τους κι αυτά,αν θες
σε άτσαλες λευκές γραμμές
πικρού ξεθωριασμένου σπέρματος
Να ξέρεις
τούτο που ποτέ δε θα ταιριάξει
στο γαλάζιο σου χειμώνα
είναι το κόκκινο του αίματος.

Θα’χουμε το νου μας μυτερό
και το βλέμμα πλανεμένο
λερωμένοι απ’το πάτο της τεφροδόχης
να σχηματίζουμε ήλιο.

Κι Άγιο Χάσμα ΙΙΙ

Επτά χρόνους απ’τη τελευταία
μα πέντε πριν
δεν έκλεισα μάτι κι ο βήχας σκέτο βάσανο
το ρολόι  τεμαχίζει τις στιγμές
πέφτοντας σ’ένα σακί με μουχλιασμένες φέτες
παφ τικ παφ τακ
τα χαστούκια στην άνιση μάχη με τις μύγες
μιας σάπιας ανάμνησης
κοντεύω να ξυπνήσω τους κοιμώμενους φίλους
γελώντας στη σπάνια ικανοποίηση
της όψης του φαιογάλανου τοίχου στο βιαστικό λυκαυγές
κι όποια πόρτα ανοίξεις,Αθήνα.
Τροχοί και ράγες και μια λάθος στάση
τέσσερα μίλια με τις φτέρνες και το βουνό πυξίδα
και δυο ωτοστόπ να γράφονται με κεφαλαία
στ’απόκομμα του εισητηρίου, προσωρινά
να τ’αντιγράψω στης ελπίδας το σάβανο
Μπρος στη πύλη και θυμάμαι
όλα προς ανατολάς
όλα ακίνητα, έπρεπε κι εγώ.
Γέρνοντας απ’τη κούραση στο μάρμαρο
έσπασα το διακοσμητικό απ’το βάρος
και μια μούντζα ασχολίαστη
ξεπηδά απ’το χώμα,
ξορκίζοντας τη, στερέωσα ένα τσιγάρο
στα δυο της δάχτυλα,πριν βυθιστεί.
Δύο λεπτά για κάθε χρόνο
-δεν σου βγαίνει ο μονόλογος-
ψιθύρισε το κυπαρίσσι στο λίκνισμα του
κι εγκατέλειψα σαν να μην υπήρξα.
Στη προτελευταία κατοικία,απρόσκλητος,
Ο σκύλος ωρύεται
ο άνθρωπος γαβγίζει
και η χήρα δε θυμάται
δεν αναγνωρίζει.
”Έρχεται και μιλάμε” μου λέει
και το πιατάκι  τρέμει κάτω απ’το φλυτζάνι
Ο σκύλος ησύχασε
κι ο άνθρωπος γρυλίζει
κι ο καφές να λογίζεται στρυχνίνη
καθώς υπενθυμίζω ποιός είμαι
χωρίς ποιανού.
Πριν φύγω, να δω
κανά δυο φωτογραφίες και μια τηλεφωνική ατζέντα
απλά για τα γράμματα, τους αριθμούς
που δε κάνουν σούμα με την μάρμαρη ψηφίδα
έξω συννεφιά μα ο ιδρώτας σταλάζει
κι ο βήχας έγινε βραχνάς
κι αν τρεις, το δίπλα δωμάτιο γεμάτο μουσαφιρέους

διάφανοι στα δικά μου μάτια

-Τουλάχιστον δεν είστε μόνοι-.
Όποια πόρτα ανοίξεις,Λογική
με  γεύση πικρού καφέ κι αερωμένου θυματιού
πήρα το χωματόδρομο
σκοντάφτωντας σ’ένα χέρι
που βγήκε να με σταυρώσει.

Το νανούρισμα του νευτώνιου λίκνου

”Μη το πεις πουθενά”

ψιθύρισε
και κρέμασε απαλά
ακόμη μιά
στη κατάφορτη από πέτρες ζώνη μου,
εύκολα να καταρριχόμαι
προς του πριν το τοίχο.

μετέωρος για χρόνους στα μισά
απλώνοντας,στο κοινό παρόν,το χέρι
κι όλοι, από μια πέτρα να κρεμούν
όμορφα να σκαρφαλώνουν.

το μαχαίρι στα χείλη στομώνει
μ’ένα χέρι δε βαστώ
έστω η ζώνη να λυθεί
κι ας αβράκωτος κινήσω
-πονάω ρε
κόψτε μου τα σχοινιά
να μη σώσω και κοπώ
και σας αδειάσω μονομιάς-

Ξάφνου είδα όνειρο
πώς φώναξα
κι έχασα απ’τα χείλη το μαχαίρι
κι είδα όνειρο
πως γδύθηκα
και λίγο πιο ψηλά, λιθοβολήθηκα
είδα όνειρο πώς αφέθηκα
κι έπεσα,
αμόλυντος,αθάνατος
κι αβαρής με σώριασα
Σ’όσων λυτρωτικά τις πέτρες,
Τους,

απόθεσαν, τα κόκαλα
στη σιγουριά της μήτρας.

 

Είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν

 

Το τελευταίο κύλησμα στο παιχνίδι της αγέλης
έφερε τη γροθιά,το βάφτισμα του φονιά
η ηδονή στην ευστοχία σπασμένα βάζα κι ανθοδοχεία
δίχτυ, ,μπουκάλι και τρύπα, σαγόνι, μέτωπο
και καρδιά
κι έπειτα στόχοι κινούμενοι, υποψιασμένοι
μ’ενα μήλο ενοχής στο κεφάλι να βουλιάζει
με μια λύτρωση
σ’ένα σκουλήκι και μια φαρέτρα στερεμένη
είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν
είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν.
είμαστε το αρκουδάκι του λούνα πάρκ
γέλιο παιδιού σε φλογοκρύπτης φύσημα
έπαθλα κι όχι δώρα
βραβεία κι όχι προσφορά
επευφημία κι όχι ευεργεσία
πρόκληση κι όχι συμφορά
λιγότερο άρρωστοι κι όχι υγιείς
είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν
με το δείχτη στο κρόταφο σε διαρκές Σαχ
είμαστε οι φυλακισμένοι δήμιοι
των ανοιχτών κελιών άσπονδων ηθικών χρεών
κυνηγημένοι απ’το σύννεφο της φθοράς
και το ξεχείλωμα μιας σκιάς
χτυπώντας κατάστηθα στ’αδιέξοδα
με τα ημερολόγια λευκά.
είμαστε ήρωες
και φυτευτές σπόρους ζωής
στους άγονους πόρους μιας πληγής
είμαστε οι στόχοι που μας άνδρωσαν
και μέτρο αλκής στη δυστυχία
απρόσωποι πια να θρηνούν
μια εξ επαφής αστοχία.

 

Αλισίβα

Δεν αντέχω τον ήχο
της τριβής των μετάλλων
ούτε τα δόντια να γδέρνουν το πηρούνι
Γι’αυτό δε σε τάισα ποτέ

Δεν αντέχω τη ζέστη
μιας υπνικής αγκάλης
ούτε σπιθαμή του κρεβατιού χαμένη
Γι’αυτό δε σε νανούρισα ποτέ

Δεν αντέχω τη φόρτιση
των αποχαιρετισμών
στις υγρές κόγχες των ματιών
γι’αυτό δε σε συνόδεψα ποτέ

Δεν αντέχω τα ρομάντζα
και τις έναστρες φανφάρες
στις πρόστυχες μου ώρες
γι’αυτό δε κρατήθηκα ποτέ

Δεν αντέχω τον ερωτισμό
όταν ανοίγομαι και λέω
και μπρος σου  τα χαρτιά μου απλώνω
γι’αυτό δεν έκαιγα ποτέ

Δεν αντέχω τη πλάνη
του γούστου που προδικάζεται
συναίσθημα να γίνει
γι’αυτό δε σ’αγάπησα ποτέ

Είπα κι έσκισα ανάμεσα μας
την ομορφότερη μας φωτογραφία
να γίνει η πιο γλυκιά σου
κι η πιο αληθινή μου.