Κι Άγιο Χάσμα ΙΙΙ

Επτά χρόνους απ’τη τελευταία
μα πέντε πριν
δεν έκλεισα μάτι κι ο βήχας σκέτο βάσανο
το ρολόι  τεμαχίζει τις στιγμές
πέφτοντας σ’ένα σακί με μουχλιασμένες φέτες
παφ τικ παφ τακ
τα χαστούκια στην άνιση μάχη με τις μύγες
μιας σάπιας ανάμνησης
κοντεύω να ξυπνήσω τους κοιμώμενους φίλους
γελώντας στη σπάνια ικανοποίηση
της όψης του φαιογάλανου τοίχου στο βιαστικό λυκαυγές
κι όποια πόρτα ανοίξεις,Αθήνα.
Τροχοί και ράγες και μια λάθος στάση
τέσσερα μίλια με τις φτέρνες και το βουνό πυξίδα
και δυο ωτοστόπ να γράφονται με κεφαλαία
στ’απόκομμα του εισητηρίου, προσωρινά
να τ’αντιγράψω στης ελπίδας το σάβανο
Μπρος στη πύλη και θυμάμαι
όλα προς ανατολάς
όλα ακίνητα, έπρεπε κι εγώ.
Γέρνοντας απ’τη κούραση στο μάρμαρο
έσπασα το διακοσμητικό απ’το βάρος
και μια μούντζα ασχολίαστη
ξεπηδά απ’το χώμα,
ξορκίζοντας τη, στερέωσα ένα τσιγάρο
στα δυο της δάχτυλα,πριν βυθιστεί.
Δύο λεπτά για κάθε χρόνο
-δεν σου βγαίνει ο μονόλογος-
ψιθύρισε το κυπαρίσσι στο λίκνισμα του
κι εγκατέλειψα σαν να μην υπήρξα.
Στη προτελευταία κατοικία,απρόσκλητος,
Ο σκύλος ωρύεται
ο άνθρωπος γαβγίζει
και η χήρα δε θυμάται
δεν αναγνωρίζει.
”Έρχεται και μιλάμε” μου λέει
και το πιατάκι  τρέμει κάτω απ’το φλυτζάνι
Ο σκύλος ησύχασε
κι ο άνθρωπος γρυλίζει
κι ο καφές να λογίζεται στρυχνίνη
καθώς υπενθυμίζω ποιός είμαι
χωρίς ποιανού.
Πριν φύγω, να δω
κανά δυο φωτογραφίες και μια τηλεφωνική ατζέντα
απλά για τα γράμματα, τους αριθμούς
που δε κάνουν σούμα με την μάρμαρη ψηφίδα
έξω συννεφιά μα ο ιδρώτας σταλάζει
κι ο βήχας έγινε βραχνάς
κι αν τρεις, το δίπλα δωμάτιο γεμάτο μουσαφιρέους

διάφανοι στα δικά μου μάτια

-Τουλάχιστον δεν είστε μόνοι-.
Όποια πόρτα ανοίξεις,Λογική
με  γεύση πικρού καφέ κι αερωμένου θυματιού
πήρα το χωματόδρομο
σκοντάφτωντας σ’ένα χέρι
που βγήκε να με σταυρώσει.

Το νανούρισμα του νευτώνιου λίκνου

”Μη το πεις πουθενά”

ψιθύρισε
και κρέμασε απαλά
ακόμη μιά
στη κατάφορτη από πέτρες ζώνη μου,
εύκολα να καταρριχόμαι
προς του πριν το τοίχο.

μετέωρος για χρόνους στα μισά
απλώνοντας,στο κοινό παρόν,το χέρι
κι όλοι, από μια πέτρα να κρεμούν
όμορφα να σκαρφαλώνουν.

το μαχαίρι στα χείλη στομώνει
μ’ένα χέρι δε βαστώ
έστω η ζώνη να λυθεί
κι ας αβράκωτος κινήσω
-πονάω ρε
κόψτε μου τα σχοινιά
να μη σώσω και κοπώ
και σας αδειάσω μονομιάς-

Ξάφνου είδα όνειρο
πώς φώναξα
κι έχασα απ’τα χείλη το μαχαίρι
κι είδα όνειρο
πως γδύθηκα
και λίγο πιο ψηλά, λιθοβολήθηκα
είδα όνειρο πώς αφέθηκα
κι έπεσα,
αμόλυντος,αθάνατος
κι αβαρής με σώριασα
Σ’όσων λυτρωτικά τις πέτρες,
Τους,

απόθεσαν, τα κόκαλα
στη σιγουριά της μήτρας.

 

Είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν

 

Το τελευταίο κύλησμα στο παιχνίδι της αγέλης
έφερε τη γροθιά,το βάφτισμα του φονιά
η ηδονή στην ευστοχία σπασμένα βάζα κι ανθοδοχεία
δίχτυ, ,μπουκάλι και τρύπα, σαγόνι, μέτωπο
και καρδιά
κι έπειτα στόχοι κινούμενοι, υποψιασμένοι
μ’ενα μήλο ενοχής στο κεφάλι να βουλιάζει
με μια λύτρωση
σ’ένα σκουλήκι και μια φαρέτρα στερεμένη
είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν
είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν.
είμαστε το αρκουδάκι του λούνα πάρκ
γέλιο παιδιού σε φλογοκρύπτης φύσημα
έπαθλα κι όχι δώρα
βραβεία κι όχι προσφορά
επευφημία κι όχι ευεργεσία
πρόκληση κι όχι συμφορά
λιγότερο άρρωστοι κι όχι υγιείς
είμαστε οι στόχοι που μας άντρωσαν
με το δείχτη στο κρόταφο σε διαρκές Σαχ
είμαστε οι φυλακισμένοι δήμιοι
των ανοιχτών κελιών άσπονδων ηθικών χρεών
κυνηγημένοι απ’το σύννεφο της φθοράς
και το ξεχείλωμα μιας σκιάς
χτυπώντας κατάστηθα στ’αδιέξοδα
με τα ημερολόγια λευκά.
είμαστε ήρωες
και φυτευτές σπόρους ζωής
στους άγονους πόρους μιας πληγής
είμαστε οι στόχοι που μας άνδρωσαν
και μέτρο αλκής στη δυστυχία
απρόσωποι πια να θρηνούν
μια εξ επαφής αστοχία.

 

Αλισίβα

Δεν αντέχω τον ήχο
της τριβής των μετάλλων
ούτε τα δόντια να γδέρνουν το πηρούνι
Γι’αυτό δε σε τάισα ποτέ

Δεν αντέχω τη ζέστη
μιας υπνικής αγκάλης
ούτε σπιθαμή του κρεβατιού χαμένη
Γι’αυτό δε σε νανούρισα ποτέ

Δεν αντέχω τη φόρτιση
των αποχαιρετισμών
στις υγρές κόγχες των ματιών
γι’αυτό δε σε συνόδεψα ποτέ

Δεν αντέχω τα ρομάντζα
και τις έναστρες φανφάρες
στις πρόστυχες μου ώρες
γι’αυτό δε κρατήθηκα ποτέ

Δεν αντέχω τον ερωτισμό
όταν ανοίγομαι και λέω
και μπρος σου  τα χαρτιά μου απλώνω
γι’αυτό δεν έκαιγα ποτέ

Δεν αντέχω τη πλάνη
του γούστου που προδικάζεται
συναίσθημα να γίνει
γι’αυτό δε σ’αγάπησα ποτέ

Είπα κι έσκισα ανάμεσα μας
την ομορφότερη μας φωτογραφία
να γίνει η πιο γλυκιά σου
κι η πιο αληθινή μου.

Επιτύμβια απόξεσις του Γ’Ενικού (αντί τρισαγίου)

Τί κι αν έκλεισαν τα φαντάσματα μας στο χαρτί
και δυό λόγια παστρικά
στη μάρμαρη τράπεζα της λήθης
κι’ό,τι έμεινε, συσσίτιο,
κάτω απ’των ριζών τον ίσκιο
στους αδελφούς των μυριων θύματων, των άφρονων βήματων
μιας μακάβριας προμενάδας
που τρέμει τις ρωγμές.
Κάποτε γήτευε κι όριζε το βήμα στις οπλές
άλλωτε σμίλευε το αίμα στων δοντιών τις μύτες
και στη βιασύνη τράβαγε μια χούφτα αριθμούς
Δευτέρα με Παρασκευή
ώσπου στερέψαν καλοκαίρι
και νύχτωσε το μεσημέρι.

κρίμα βαρύ και μετέωρη, κενή αποσκευή
και το χέρι κόκκινο ,γρυπό ,να μη νιώθει βάρος
μέχρι που πίστεψε πώς δεν κρατά.
Φύτρωσαν στα λαγόνια μας χειρολαβές
τ’άπλυτα πάντοτε ασήκωτα,νωπά
και ξέχωρα τα μαύρα.

Τι κι αν τα νύχια δείλιασαν στην άκρη των βλεφάρων
και σήκωσαν και κοίταξαν κατάματα ήλιο και θεό

στο σκοτάδι είπαν κι άκουσαν ακόμα πιο πολλά
και κόσμους καλλίτερους χτίσαν πίσω απ’τα κλειστά μάτια

 

θέλει ψυχή και σπλάχνο να φτύσεις το ξύλινο τούτο τροχονόμο
στου νι και του άλφα τη σκιά
του ‘να’ μιας προσταγής
θανάτου κι αναστάσεως μονόχρωμα φανάρια

Συ κι όσοι απέπλευσαν νωρίς
κατακερματισμενοι δίχως οβολό και μνήμη
δεν πέρασα το δάχτυλο σε θυμιατών σκανδάλες
αλαφρώνοντας το στεναγμό στου καπνού το βάρος
παρά δυο σπασμένα ποδάρια
κούτσα κούτσα στο στίβο του ήλιου τούτου
έρχομαι κι εγώ,στη πρώτη ή τη τελεύταια σελίδα κρεμασμένος
σ’άλλων υγειά στουπί
με δεκανίκι για κουπί.

Βία Αγίων κι ένας τραυλός αφορισμός.

”Απ’το κυανό στο μαύρο” αντηχεί ώρες ο άη αιώνιος,
Μιάμιση βάρδια θανάτου και μια πόρτα που βρίζει
σε χίλιους ομόφωνους διακόπτες.
Στο τέμπλο των εικονοκλαστών ζωγραφίζουμε τη πίστη μας
με το κερί ν’αλείφει τις λεπτομέρειες
Και κάτω απ’το σεντόνι της μουσικής, οι νερωμένες μας κουβέντες.
Όμως ήρθαμε σα φίλοι
Και δε σηκώνουμε λέξη
Ούτε κοίταγμα.
Σχεδόν χαϊδεύουμε το έγκλημα
Μα παρασυρόμαστε απ’τη γλυκιά σιγή όταν τα σχόλια στερεύουν
Κι όταν το φτυάρι βρίσκει πέτρα και τραντάζει τα οστά.

Ένας γδυτά ντυμένος πουλά σκοτάδι τη νύχτα
και κλέβει φως κι αρώματα και κύτταρα αθωότητας
με λιπαντικό λυρισμό, στον άκρατο σοδομισμό
μιας ψυχικής δυσπαρευνίας.
Μιά, φίδι στητό σε τικτίρι νοητό
Τύλιξε,έσπασε και με φθόνο καταβρόχθισε,
απέναντι σ’ άλλα που εκ γενετής φαρμακερά.
Δαγκώματα προβάροντας κι όχι αγκαλιές φονικές, πια,
και κάτω απ’τη γλώσσα,κάθε φορά,  σταγόνα ικανή

κι ας καταπίνεται ακούσια στη πρώτη έκπληξη.
Τρύπια αυλαία κι αλαλάζον κύμβαλο
Και ένα βαμμένο στόμα ν’ανοιγοκλείνει,
γυρεύοντας μάταια τη συχνότητα, με τη κυλότα μεσίστια.
Όμως ήρθαμε σα φίλοι
Και δε σηκώνουμε λέξη
Ούτε χαμόγελο.
Ακοινώνητοι,κυλάμε στους αρμούς των τετραγώνων
μιας ντελικάτης σφαγής,
το κόκκινο στο λευκό και το μαύρο.
Μέσα στις φυλλωσιες και τα λαγούμια πίσω απ’τις πηγές,
μασουλώντας τα νύχια μας στην απόλαυση του τρόμου
Του εν αμύνει θηρευτή.
Φεύγουμε σα φίλοι και σβήνουμε το φως,
κλωτσώτσας κέρματα,θρύψαλλα και τρίχες
κάτω απ’το χαλί.
Και κάτω απ’τη γλώσσα φυλαγμένο να κουρνιάζει
Ένα γυμνό ξυράφι.

Η Κοσμική σου Θλίψη

Δεν έχω δικαιολογία
Ουδέποτε είχα
Παρά μια σιωπή
Ν’αυλακώνει το δέρμα
Να κλειδώνει το σαγόνι
Και να φτύνει ρινίσματα
Τσακισμένων γομφίων
Κι ένα ποτήρι
Σ’εαυτόν σπονδή
Να σπρώχνει τη γητειά
Και τη κατάρα
Στου νου το χωνευτήρι
Και πάλι απ’την αρχή.
Ο ύπνος σ’εγκατέλειψε
με τ’όνειρο εδώ
στου καθενός το θυμιατήρι
με τη πνοή ν’αγκομαχεί
τάμα στη βλασφήμια
το παραμιλητό
Λέξεις μ’απόηχο χαστουκιών
Και λιπαρής σάρκας τριβή
Κρυφογελώ στον ίσκιο μου
Σα κάτι να γνωρίζω
Και σε κοιτώ
μασκαρεμένη απόγνωση
να διώχνεις τις παρηγοριές
που ζωντανό τσιμπολογούν
το ύστερο ψοφίμι.
Μείνε να λογιστεύεις
Κι εγώ να σε μετρώ
Μασώντας τα χείλη
Στου μπουρμπουάρ το κύλισμα
Σβήσε να φεύγω.