Κάθε δωδεκάτη Ιούνη (στο Γιάννη Τσ.)

Απ’τη φωτεινή πλατεία με τις σφαγμένες νερατζιές
Βρόγχοι δίχως πνεύμονες,
Κι απ’τα μιας λωρίδας ουρανού στενά
Ώς της άνυδρης Δροσοπούλου το σκοτεινό το σύνορο
Τρέχουν τα φαντάσματα μας,στεγνά και κίτρινα
Απ’το ξανθό σου κεφάλι, σημείο άπιαστο στο χάρτη
Απ’το πήγαινε- έλα δυνάμωσαν τα πόδια
Και δώσαμε τη μπάλα στα πιο ψηλά κλωνάρια
Των ευκαλύπτων της συγκάλυψης ,φαιοπράσινη Φωκίωνος
Σπάζοντας γυάλινα παραβάν παρδαλού ψεύδους
Μπρος στη γυμνή πραγματικότητα.
Τούτη η μέρα κλείστηκε στο ψυγείο, φίλε.
Σαν εκρεμμές γατζωμένο στων μαγαζιών τις τέντες
Και απ’το πήγαινε έλα νεύρωσαν τα χέρια
Κι έστρεψαν πάνω τους ακέφαλα βελόνια.
Τελευταία φορά είκοσι χρόνια πριν,σα χθες
Ψώνιζες τσιγάρα απ’το περίπτερο της Έφης
Κι εγώ μια σοκολάτα
Τα λέμε είπες κι έφυγες,μέσα στο θάμπος της πλατείας
Όσο στο επέτρεπε η δανεική σου βραχνάδα
Τα λέμε είπα κι έφυγα σ’άλλη εξορία
Τούτη η μέρα κλείστηκε στο ψυγείο,φίλε.
Τ’άφησα όλα εκεί,ξέρεις
Την άτσαλη πορεία της αερόμπαλας
Που βάφτισα τύχη, κι ακρωτηριάστηκα
Τις κλεμμένες τσόντες απ’το περίπτερο
Που έστρωσα έρωτα,και με βίασα
Τα αυτοκόλλητα για τη συλλογή
Που κρέμασα γαλόνια,και φακελώθηκα
Τις τροχιές μας μέχρι τη Πατησίων κι έπειτα εσύ μόνος
Στο σύνορο της ζούγκλας, πάντα μόνος
Στα εκπέσοντα άστρα της Φυλής
Και τ’απόνερα της Αχαρνών.
Είκοσι σχεδόν χρόνια κι εσύ
στα δεκατέσσερα
Έκανες τη ζημιά
Πρώτη και στερνή και νόθα
Πώς να χωρέσουν ένα μίλι αναμνήσεις
Σ’ένα τσίγκινο κουτί ,στο ράφι του Κόκκινου Μύλου
Πόσο μάλλον εσύ.
-Όπως χώρεσε μια μέρα στο ψυγείο.-

Advertisements

Σιέστα

 

Η ουρά απλώνεται ώς τα πέρατα του ορίζοντα
σα γραμμή από μπαρούτι σε ναρκωμένο σαμποτάζ
Μπρος στη Προκρούστεια Κλίνη
Άλλοι σκυφτοί κι άλλοι στων ποδιών τις μύτες
Χαϊδεύουν στερνά τη μονάκριβη τους υπερβολή
Στο τσεκούρι του ίσου
και τη κλωστή του δίκιου
Υπήρξαν κάποιοι που γέννησαν σπινθήρα
Κι έσβησαν σε σάλιο γνωστικών
Ροδόχροο σπέρμα εκείνων των τρελών
Που έστρεψαν τίς κάννες τους σε λαίμαργους φακούς
Και χαμογέλασαν στων δημίων μπρος τις κάννες.
Τρύπες αμέτρητες κοσμούν το κόκκινο πια ρούχο
κάποτε λευκό σπάργανο π’αρνήθηκε το γύψο
Κι όλοι γνωρίζουν, κι όλοι σωπαίνουν, όλοι θυμούνται πώς,
η πρώτη,η πιο βαθιά,η πιο μοβόρα,πως
ήταν μιας πένας λογχιγμός
που κάρφωσε,έστριψε κι έβαψε τραβώντας
μαύρων ταύρων μενόμενα κοπάδια
και κρύφτηκε στων κεράτων τις ζημιές.
Σώπασα κι εγώ, πλέον καθαρά ακούω
Του μπροστινού μου τις κραυγές, που έλαχε κοντός
Ψηλά, βαθιά, γαλάζια απουσία
Μπρος ,μέτρο.Μέτρο ψυχρό κι απηνές
Και πίσω, μια ελπίδα, το τέρμα της ουράς
Γραμμή από μπαρούτι σ’ επείγον σαμποτάζ
Να μην είναι σαν εμένα.

Και τα παπούτσια σας κύριε.

 

 

 

 

 

 

Ιντερσυντέλικος

Με βήμα σερνάμενο σπρώχνω στωικά
φέρετρο λευκό της νιότης
ανάμεσα σε δυό σημεία φυγής
στης μαδαρής ατράπου τις γωνίες.
Ανυπόδητος,μελαγχίτων κι ασκεπής,
νύχτα ασβολερή κι άφεγγες γαλαρίες,
μένουν δυό πόδια κι όψη μιά
διαόλου και θεού προδότης.
Νιότη βαριά
Νιότη τεμπέλα
Νιότη στο γόνυ χορεμένη
Τρύπα στης μνήμης το κουτί
Νιότης λωβοί ξεχειλωμένοι
Νιότη λεκιασμένη ακουαρέλα
Νιότη,του πόνου ερωμένη
σε κιγκλιδώματα λεπτά ν’ακροβατεί
Νιότη,στο γόνυ σφαγιασμένη.
Εκτός κι επί τα αυτά στις ράγες
σκοντάφτω κι ο ελιγμός χορός μου
Σε ταξιδευτών σκουπίδια
και κόκαλα ταξιδιωτών
Στη τσέπη καρφιά και ροκανίδια
και ρέστα αγίων μαστροπών
Αιώνια Παρασκευή
με μια αποσκευή
σε φέρετρο λευκό,η φλύαρη σωρός μου.
Άγουρη κι αδάγκωτη κι αιώνια κρεμασμένη
σε φιδιών κλωνάρια αγκιστρωμένη
σ’αφάβρωμα λευκό
χρόνο με το χρόνο
Φθίνω,λιγοστεύω
Κι αν δεν είναι αρκετό,
Ένας ένας,τεμαχίζομαι
Μπορώ!
Νιότη,μαζί σου να χωρέσω
στο πάντα του κάποτε.

Φωνή Βοός εν τη ερήμω

Φόρεσε μόνο του τις χειροπέδες
κι εξήλθε των θυρών
καρπό με καρπό
παλάμη στη παλάμη
μα κάτω και πάνω κι έξω
απ’των χεριών το κύκλο
αέρας παγερός
και μέσα του καμίνι
ξεχνώντας πώς έτσι
οι στρόβιλοι γεννιούνται
αποτυπώνοντας, στο χώμα
μιας αγκαλιάς ασύδοτης,
που συνέθλιψε
και συνέτριψε,
τους κύκλους
δυο δέσμιων χεριών.

Κηλίδες χοής κάτω απ’το χαλί.

Φύσηξε στο κερί,στη πιο ακμαία του φλόγα
και κάθισε στο σκοτάδι
στη μνήμη της πρώτης σπίθας
Έπειτα γκρέμισε το πίνακα,στη πιο λαγαρή του έκφραση
κι ατένισε το τοίχο
στη μνήμη της πρώτης πινελιάς
Και στάθηκε μέρες,στάθηκε μήνες,στάθηκε χρόνια
που ήσαν ώρες
στα μουσκεμένα κάρβουνα του νόστου
δυο στιγμών,
στάχτη στα μαλλιά, του μιάσματος η όψη
χωρίς διευκρινίσεις
στ’αμέτρητα γιατί
Διότι κάτι
κάτι αστράφτει,κάτι αναβλύζει
σαν αίμα στο φονικό
σα δάκρυ,σε πλάτης αλαργεμό
σα λάβα στης Πομπηίας το κουρμπάνι
κάτι
που καίγεται πριν σβήσει
και ψύχεται πριν στερέψει
πριν του ξεθωριάσματος το φαιό
γλιστρήσει σε σαλιάγκων ρότες
και ρίξει στο ποτήρι στάχτη
όχι
δε συνηθίζει το τέλος
το προκαλεί
από παύλα σε παύλα
η στάση πριν το άλμα
να θρέφεται απ’το βάσκανο
να χαιρετά το φάσκελο
κι άπτυστος να προχωρά
αφήνοντας πάντα δυο κάλυκες
έναν απ’αυτόν

κι έναν.

χωρίς κολλαγόνο

Μ’όλα τα νύχια στου στέρνου σταυροδρόμι
στη πλατεία των παθών
κι αφύλακτη διάβαση
γαμήλιων πομπών
κι οκνηρών επιταφίων
σκίζω τη σάρκα στα δυό
γυμνός επιδειξίας
που δεν έμεινε τίποτε να γδύσει
και στο μέσα ζάρες,
γραμμές στου χρόνου το κελί
μετρούν μέχρι λευτεριά
κι η πρώτη άτσαλη
πιο βαθιά
γέννησε γραμμές
κι όχι λαγούμια
ζάρες πίσω απ’τη νια τη σάρκα
δείχνουν όλες τις φορές
που τα ρολόγια σταματήσαν
τα φώτα τρεμόπαιξαν
κι ο σφυγμός εκλάπη
γι’ όλα τα χούφταλα με το ξύλινο αριθμό
στο χλωρό τους γολγοθά.
στη σκιά της υποτείνουσας
θα’μαστε όλοι εμείς
που κυνηγήσαμε τη νιότη
στον έρωτα και τη ζαβολιά
τραβώντας τις χορδές
στη λύρα των κεράτων μας
ρυτίδες αλεπάλληλων θανάτων
που ‘φτυσαν τη σήψη
κι έριξαν τα τρόπαια απ’το ράφι
μ’αυτά και μ’αυτά
φευ,
χωρίς κολλαγόνο
να’χεις να παλαίψεις
δυο χρόνους
με γυμνούς καρπούς.