Επιτύμβια απόξεσις του Γ’Ενικού (αντί τρισαγίου)

Τί κι αν έκλεισαν τα φαντάσματα μας στο χαρτί
και δυό λόγια παστρικά
στη μάρμαρη τράπεζα της λήθης
κι’ό,τι έμεινε, συσσίτιο,
κάτω απ’των ριζών τον ίσκιο
στους αδελφούς των μυριων θύματων, των άφρονων βήματων
μιας μακάβριας προμενάδας
που τρέμει τις ρωγμές.
Κάποτε γήτευε κι όριζε το βήμα στις οπλές
άλλωτε σμίλευε το αίμα στων δοντιών τις μύτες
και στη βιασύνη τράβαγε μια χούφτα αριθμούς
Δευτέρα με Παρασκευή
ώσπου στερέψαν καλοκαίρι
και νύχτωσε το μεσημέρι.

κρίμα βαρύ και μετέωρη, κενή αποσκευή
και το χέρι κόκκινο ,γρυπό ,να μη νιώθει βάρος
μέχρι που πίστεψε πώς δεν κρατά.
Φύτρωσαν στα λαγόνια μας χειρολαβές
τ’άπλυτα πάντοτε ασήκωτα,νωπά
και ξέχωρα τα μαύρα.

Τι κι αν τα νύχια δείλιασαν στην άκρη των βλεφάρων
και σήκωσαν και κοίταξαν κατάματα ήλιο και θεό

στο σκοτάδι είπαν κι άκουσαν ακόμα πιο πολλά
και κόσμους καλλίτερους χτίσαν πίσω απ’τα κλειστά μάτια

 

θέλει ψυχή και σπλάχνο να φτύσεις το ξύλινο τούτο τροχονόμο
στου νι και του άλφα τη σκιά
του ‘να’ μιας προσταγής
θανάτου κι αναστάσεως μονόχρωμα φανάρια

Συ κι όσοι απέπλευσαν νωρίς
κατακερματισμενοι δίχως οβολό και μνήμη
δεν πέρασα το δάχτυλο σε θυμιατών σκανδάλες
αλαφρώνοντας το στεναγμό στου καπνού το βάρος
παρά δυο σπασμένα ποδάρια
κούτσα κούτσα στο στίβο του ήλιου τούτου
έρχομαι κι εγώ,στη πρώτη ή τη τελεύταια σελίδα κρεμασμένος
σ’άλλων υγειά στουπί
με δεκανίκι για κουπί.

Advertisements

Βία Αγίων κι ένας τραυλός αφορισμός.

”Απ’το κυανό στο μαύρο” αντηχεί ώρες ο άη αιώνιος,
Μιάμιση βάρδια θανάτου και μια πόρτα που βρίζει
σε χίλιους ομόφωνους διακόπτες.
Στο τέμπλο των εικονοκλαστών ζωγραφίζουμε τη πίστη μας
με το κερί ν’αλείφει τις λεπτομέρειες
Και κάτω απ’το σεντόνι της μουσικής, οι νερωμένες μας κουβέντες.
Όμως ήρθαμε σα φίλοι
Και δε σηκώνουμε λέξη
Ούτε κοίταγμα.
Σχεδόν χαϊδεύουμε το έγκλημα
Μα παρασυρόμαστε απ’τη γλυκιά σιγή όταν τα σχόλια στερεύουν
Κι όταν το φτυάρι βρίσκει πέτρα και τραντάζει τα οστά.

Ένας γδυτά ντυμένος πουλά σκοτάδι τη νύχτα
και κλέβει φως κι αρώματα και κύτταρα αθωότητας
με λιπαντικό λυρισμό, στον άκρατο σοδομισμό
μιας ψυχικής δυσπαρευνίας.
Μιά, φίδι στητό σε τικτίρι νοητό
Τύλιξε,έσπασε και με φθόνο καταβρόχθισε,
απέναντι σ’ άλλα που εκ γενετής φαρμακερά.
Δαγκώματα προβάροντας κι όχι αγκαλιές φονικές, πια,
και κάτω απ’τη γλώσσα,κάθε φορά,  σταγόνα ικανή

κι ας καταπίνεται ακούσια στη πρώτη έκπληξη.
Τρύπια αυλαία κι αλαλάζον κύμβαλο
Και ένα βαμμένο στόμα ν’ανοιγοκλείνει,
γυρεύοντας μάταια τη συχνότητα, με τη κυλότα μεσίστια.
Όμως ήρθαμε σα φίλοι
Και δε σηκώνουμε λέξη
Ούτε χαμόγελο.
Ακοινώνητοι,κυλάμε στους αρμούς των τετραγώνων
μιας ντελικάτης σφαγής,
το κόκκινο στο λευκό και το μαύρο.
Μέσα στις φυλλωσιες και τα λαγούμια πίσω απ’τις πηγές,
μασουλώντας τα νύχια μας στην απόλαυση του τρόμου
Του εν αμύνει θηρευτή.
Φεύγουμε σα φίλοι και σβήνουμε το φως,
κλωτσώτσας κέρματα,θρύψαλλα και τρίχες
κάτω απ’το χαλί.
Και κάτω απ’τη γλώσσα φυλαγμένο να κουρνιάζει
Ένα γυμνό ξυράφι.

Η Κοσμική σου Θλίψη

Δεν έχω δικαιολογία
Ουδέποτε είχα
Παρά μια σιωπή
Ν’αυλακώνει το δέρμα
Να κλειδώνει το σαγόνι
Και να φτύνει ρινίσματα
Τσακισμένων γομφίων
Κι ένα ποτήρι
Σ’εαυτόν σπονδή
Να σπρώχνει τη γητειά
Και τη κατάρα
Στου νου το χωνευτήρι
Και πάλι απ’την αρχή.
Ο ύπνος σ’εγκατέλειψε
με τ’όνειρο εδώ
στου καθενός το θυμιατήρι
με τη πνοή ν’αγκομαχεί
τάμα στη βλασφήμια
το παραμιλητό
Λέξεις μ’απόηχο χαστουκιών
Και λιπαρής σάρκας τριβή
Κρυφογελώ στον ίσκιο μου
Σα κάτι να γνωρίζω
Και σε κοιτώ
μασκαρεμένη απόγνωση
να διώχνεις τις παρηγοριές
που ζωντανό τσιμπολογούν
το ύστερο ψοφίμι.
Μείνε να λογιστεύεις
Κι εγώ να σε μετρώ
Μασώντας τα χείλη
Στου μπουρμπουάρ το κύλισμα
Σβήσε να φεύγω.

Κάθε δωδεκάτη Ιούνη (στο Γιάννη Τσ.)

Απ’τη φωτεινή πλατεία με τις σφαγμένες νερατζιές
Βρόγχοι δίχως πνεύμονες,
Κι απ’τα μιας λωρίδας ουρανού στενά
Ώς της άνυδρης Δροσοπούλου το σκοτεινό το σύνορο
Τρέχουν τα φαντάσματα μας,στεγνά και κίτρινα
Απ’το ξανθό σου κεφάλι, σημείο άπιαστο στο χάρτη
Απ’το πήγαινε- έλα δυνάμωσαν τα πόδια
Και δώσαμε τη μπάλα στα πιο ψηλά κλωνάρια
Των ευκαλύπτων της συγκάλυψης ,φαιοπράσινη Φωκίωνος
Σπάζοντας γυάλινα παραβάν παρδαλού ψεύδους
Μπρος στη γυμνή πραγματικότητα.
Τούτη η μέρα κλείστηκε στο ψυγείο, φίλε.
Σαν εκρεμμές γατζωμένο στων μαγαζιών τις τέντες
Και απ’το πήγαινε έλα νεύρωσαν τα χέρια
Κι έστρεψαν πάνω τους ακέφαλα βελόνια.
Τελευταία φορά είκοσι χρόνια πριν,σα χθες
Ψώνιζες τσιγάρα απ’το περίπτερο της Έφης
Κι εγώ μια σοκολάτα
Τα λέμε είπες κι έφυγες,μέσα στο θάμπος της πλατείας
Όσο στο επέτρεπε η δανεική σου βραχνάδα
Τα λέμε είπα κι έφυγα σ’άλλη εξορία
Τούτη η μέρα κλείστηκε στο ψυγείο,φίλε.
Τ’άφησα όλα εκεί,ξέρεις
Την άτσαλη πορεία της αερόμπαλας
Που βάφτισα τύχη, κι ακρωτηριάστηκα
Τις κλεμμένες τσόντες απ’το περίπτερο
Που έστρωσα έρωτα,και με βίασα
Τα αυτοκόλλητα για τη συλλογή
Που κρέμασα γαλόνια,και φακελώθηκα
Τις τροχιές μας μέχρι τη Πατησίων κι έπειτα εσύ μόνος
Στο σύνορο της ζούγκλας, πάντα μόνος
Στα εκπέσοντα άστρα της Φυλής
Και τ’απόνερα της Αχαρνών.
Είκοσι σχεδόν χρόνια κι εσύ
στα δεκατέσσερα
Έκανες τη ζημιά
Πρώτη και στερνή και νόθα
Πώς να χωρέσουν ένα μίλι αναμνήσεις
Σ’ένα τσίγκινο κουτί ,στο ράφι του Κόκκινου Μύλου
Πόσο μάλλον εσύ.
-Όπως χώρεσε μια μέρα στο ψυγείο.-

Σιέστα

 

Η ουρά απλώνεται ώς τα πέρατα του ορίζοντα
σα γραμμή από μπαρούτι σε ναρκωμένο σαμποτάζ
Μπρος στη Προκρούστεια Κλίνη
Άλλοι σκυφτοί κι άλλοι στων ποδιών τις μύτες
Χαϊδεύουν στερνά τη μονάκριβη τους υπερβολή
Στο τσεκούρι του ίσου
και τη κλωστή του δίκιου
Υπήρξαν κάποιοι που γέννησαν σπινθήρα
Κι έσβησαν σε σάλιο γνωστικών
Ροδόχροο σπέρμα εκείνων των τρελών
Που έστρεψαν τίς κάννες τους σε λαίμαργους φακούς
Και χαμογέλασαν στων δημίων μπρος τις κάννες.
Τρύπες αμέτρητες κοσμούν το κόκκινο πια ρούχο
κάποτε λευκό σπάργανο π’αρνήθηκε το γύψο
Κι όλοι γνωρίζουν, κι όλοι σωπαίνουν, όλοι θυμούνται πώς,
η πρώτη,η πιο βαθιά,η πιο μοβόρα,πως
ήταν μιας πένας λογχιγμός
που κάρφωσε,έστριψε κι έβαψε τραβώντας
μαύρων ταύρων μενόμενα κοπάδια
και κρύφτηκε στων κεράτων τις ζημιές.
Σώπασα κι εγώ, πλέον καθαρά ακούω
Του μπροστινού μου τις κραυγές, που έλαχε κοντός
Ψηλά, βαθιά, γαλάζια απουσία
Μπρος ,μέτρο.Μέτρο ψυχρό κι απηνές
Και πίσω, μια ελπίδα, το τέρμα της ουράς
Γραμμή από μπαρούτι σ’ επείγον σαμποτάζ
Να μην είναι σαν εμένα.

Και τα παπούτσια σας κύριε.

 

 

 

 

 

 

Ιντερσυντέλικος

Με βήμα σερνάμενο σπρώχνω στωικά
φέρετρο λευκό της νιότης
ανάμεσα σε δυό σημεία φυγής
στης μαδαρής ατράπου τις γωνίες.
Ανυπόδητος,μελαγχίτων κι ασκεπής,
νύχτα ασβολερή κι άφεγγες γαλαρίες,
μένουν δυό πόδια κι όψη μιά
διαόλου και θεού προδότης.
Νιότη βαριά
Νιότη τεμπέλα
Νιότη στο γόνυ χορεμένη
Τρύπα στης μνήμης το κουτί
Νιότης λωβοί ξεχειλωμένοι
Νιότη λεκιασμένη ακουαρέλα
Νιότη,του πόνου ερωμένη
σε κιγκλιδώματα λεπτά ν’ακροβατεί
Νιότη,στο γόνυ σφαγιασμένη.
Εκτός κι επί τα αυτά στις ράγες
σκοντάφτω κι ο ελιγμός χορός μου
Σε ταξιδευτών σκουπίδια
και κόκαλα ταξιδιωτών
Στη τσέπη καρφιά και ροκανίδια
και ρέστα αγίων μαστροπών
Αιώνια Παρασκευή
με μια αποσκευή
σε φέρετρο λευκό,η φλύαρη σωρός μου.
Άγουρη κι αδάγκωτη κι αιώνια κρεμασμένη
σε φιδιών κλωνάρια αγκιστρωμένη
σ’αφάβρωμα λευκό
χρόνο με το χρόνο
Φθίνω,λιγοστεύω
Κι αν δεν είναι αρκετό,
Ένας ένας,τεμαχίζομαι
Μπορώ!
Νιότη,μαζί σου να χωρέσω
στο πάντα του κάποτε.

Φωνή Βοός εν τη ερήμω

Φόρεσε μόνο του τις χειροπέδες
κι εξήλθε των θυρών
καρπό με καρπό
παλάμη στη παλάμη
μα κάτω και πάνω κι έξω
απ’των χεριών το κύκλο
αέρας παγερός
και μέσα του καμίνι
ξεχνώντας πώς έτσι
οι στρόβιλοι γεννιούνται
αποτυπώνοντας, στο χώμα
μιας αγκαλιάς ασύδοτης,
που συνέθλιψε
και συνέτριψε,
τους κύκλους
δυο δέσμιων χεριών.